Η ιστορία της μόδας δεν γράφτηκε ποτέ μόνο με ψυχρά χρονικά, λαμπερές πασαρέλες ή μεγάλα επιχειρηματικά deals. Γράφτηκε στις σκιές των ατελιέ, από γυναίκες που, σκυμμένες πάνω από το μετάξι, μετέτρεπαν τις αγωνίες, τις επαναστάσεις και τα όνειρά τους σε πατρόν. Αυτή την αθέατη, βαθιά συναισθηματική πλευρά της δημιουργίας φέρνει στο φως η έκθεση «Haute Première – Υψηλή Μοδίστρα», στο Ωδείο Αθηνών, όπου η Μαρία Διαμάντη και οι μαθήτριες της μετέτρεψαν το ύφασμα σε ζωντανή μνήμη, αφήνοντας στον επισκέπτη μια ανεξίτηλη αίσθηση σεβασμού και συγκίνησης για το μεγαλείο των παλιών μοδιστρών.

Η έκθεση αυτή είναι το απόσταγμα μιας ερευνητικής και δημιουργικής διαδρομής αρκετών ετών. Ωστόσο, η καρδιά του συγκεκριμένου project άρχισε να χτυπά δυνατά σε μια πολύ ιδιαίτερη και φορτισμένη περίοδο, την εποχή της καραντίνας. Όταν ο κόσμος εξωτερικά «πάγωσε» και οι ρυθμοί της καθημερινότητας σταμάτησαν βίαια, η Μαρία Διαμάντη κλείστηκε στο δικό της καταφύγιο. Μέσα στη σιωπή εκείνων των μηνών της απομόνωσης, άνοιξε το ιστορικό αρχείο και το βεστιάριο της οικογένειάς της. Η απομόνωση μετατράπηκε σε μια δημιουργική γέφυρα με το παρελθόν. Ήταν η στιγμή όπου άρχισε η λεπτομερής μελέτη και η ανασύνθεση των ρούχων που σήμερα παρουσιάζονται στο Ωδείο Αθηνών.

 

Πηγή έμπνευσης, η γιαγιά

Η πιο ευαίσθητη και συγκινητική χορδή της έκθεσης χτύπησε στην ίδια την οικογενειακή ρίζα της σχεδιάστριας, προκαλώντας συγκίνηση σε όσους γνωρίζουν την ιστορία. Για τη Μαρία Διαμάντη, η έμπνευση δεν ήρθε από κάποιο ξένο βιβλίο, αλλά από το σπίτι της. Η γιαγιά της, Μαρία Διαμάντη η πρεσβύτερη, καθώς και η θεία της, Ελισάβετ Κοντού-Διαμάντη, υπήρξαν οι δύο σημαντικότερες μοδίστρες της ζωής της. Η γιαγιά της είχε ιδρύσει το δικό της παραδοσιακό αθηναϊκό ατελιέ στον Κεραμεικό από το 1930. Η εγγονή, έχοντας κληρονομήσει το ίδιο όνομα και το ίδιο πάθος, αναβίωσε αυτό το ατελιέ. Κάθε βελονιά στην έκθεση είναι μια σιωπηρή υπόσχεση προς τη γιαγιά της, μια διαβεβαίωση ότι η ανώνυμη, χειροποίητη τέχνη των γυναικών του μεσοπολεμικού και μεταπολεμικού κόσμου δεν θα χαθεί στη λήθη.

Κι αν η γιαγιά της ήταν η ρίζα και η ψυχή, ο σπουδαίος Γιάννης Τσεκλένης υπήρξε ο «πνευματικός» της. Ο κορυφαίος Έλληνας δημιουργός στάθηκε μέντορας, δάσκαλος και συνοδοιπόρος της Μαρίας Διαμάντη. Ήταν εκείνος που της μετέδωσε τη φιλοσοφία να μην βλέπει το ρούχο απλώς ως ένα κομμάτι ύφασμα, αλλά ως ζωντανό γλυπτό. Τη δίδαξε να συνθέτει με το βλέμμα του ζωγράφου, του αρχιτέκτονα και του μουσικού. Μάλιστα, ο ίδιος ο Τσεκλένης της χάρισε την ιδέα για την προηγούμενη μεγάλη της επιτυχία, το «Ode Couture» στο Μουσείο Μπενάκη. Αυτή η πνευματική κληρονομιά του Τσεκλένη συνεχίζει να αναπνέει μέσα από κάθε πτυχή της δουλειάς της, γεμίζοντας τον χώρο με μια αίσθηση καλλιτεχνικού δέους.

Ο επισκέπτης που στέκεται μπροστά στα εκθέματα, νιώθει έναν βαθύ σεβασμό για τον τρόπο που η Μαρία Διαμάντη και η ομάδα της (Maria Diamandi + Team) κατάφεραν να ενσωματώσουν το DNA μυθικών γυναικών σχεδιαστριών στο σήμερα. Δεν επρόκειτο για απλή αντιγραφή, αλλά για μια συγκλονιστική πνευματική συνομιλία με το παρελθόν. Οι δημιουργίες της έκθεσης «ανέπνεαν» επηρεασμένες από τη σχεδιαστική φιλοσοφία ιερών τεράτων της μόδας.

Η γεωμετρική απελευθέρωση της Madeleine Vionnet: Ρούχα με την περίφημη λοξή κοπή (bias cut) που αγκάλιαζαν το σώμα χωρίς να το πιέζουν, θυμίζοντας την αρχιτεκτονική της Vionnet.

Ο σουρεαλισμός της Elsa Schiaparelli: Λεπτομέρειες που πάντρευαν την υψηλή ραπτική με την καθαρή τέχνη, προκαλώντας τη φαντασία.

Ο ρομαντισμός της Jeanne Lanvin: Δημιουργίες γεμάτες λεπτότητα, που μετέφεραν την αριστοκρατική κομψότητα άλλων εποχών.

Τα «γλυπτά» της Madame Grès: Φορέματα με περίτεχνες, χειροποίητες πτυχώσεις, που έμοιαζαν λες και λαξεύτηκαν σε μάρμαρο, αποτίοντας φόρο τιμής στην κορυφαία Γαλλίδα δημιουργό.

Η έκθεση λειτούργησε τελικά ως ένα πνευματικό μνημόσυνο για 17 (+2) πρωτοπόρες γυναίκες —από τις παγκόσμιες επαναστάτριες μέχρι τις αφανείς Ελληνίδες μοδίστρες— αλλά και ως μια πράξη παράδοσης. Η Μαρία Διαμάντη, μοιραζόμενη τον χώρο με την ομάδα των μαθητριών της, έδειξε πως η αγάπη για την υψηλή ραπτική μεταγγίζεται στο μέλλον. Σε μια εποχή που η μόδα έχει γίνει γρήγορη και απρόσωπη, η «Υψηλή Μοδίστρα» μας κάλεσε να χαμηλώσουμε τους ρυθμούς. Μας ζήτησε να ακούσουμε τη σιωπή που ξεκίνησε στην καραντίνα, να νιώσουμε το βάρος της κλωστής και να θυμηθούμε ότι πίσω από κάθε ρούχο κρύβεται πάντα μια γυναίκα που τόλμησε να ονειρευτεί.

 

Translate »

Pin It on Pinterest